Ο Δημήτρης Βλαχοπάνος στα Βιβλιομαγειρέματα

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ:
Ο Δημήτρης Βλαχοπάνος γεννήθηκε στο μαρτυρικό χωριό Κομμένο της Άρτας, στο οποίο πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και υπηρέτησε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση για 33 χρόνια.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος πολιτιστικών και επιστημονικών συλλόγων και στελέχωσε από θέσεις ευθύνης το συνδικαλιστικό και πολιτιστικό κίνημα για πολλά χρόνια. Διετέλεσε πρόεδρος της ΕΛΜΕ Εορδαίας Κοζάνης και της ΕΛΜΕ Άρτας, πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Άρτας, πρόεδρος του συλλόγου «Πολιτών Παρέμβαση» Άρτας κλπ.
Έλαβε μέρος σε δεκάδες συνέδρια και ημερίδες επιστημονικού και πνευματικού χαρακτήρα. Δημοσιεύει άρθρα, κριτικές και κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά, καθώς και στον ηλεκτρονικό τύπο.
Κείμενά του παρουσιάστηκαν σε Λογοτεχνικά Συνέδρια, Ποιητικά Συμπόσια, ημερίδες κλπ. και συμπεριλήφθηκαν  σε συλλογικές εκδόσεις και ανθολογίες. Τον Νοέμβριο του 2006 τιμήθηκε από το Φιλολογικό και Λογοτεχνικό Όμιλο Αγρινίου «Κωνσταντίνος Χατζόπουλος» για το ποίημά του «Αρνητικό αχανές», με το οποίο έλαβε μέρος στον 3ο πανελλήνιο ποιητικό διαγωνισμό που διοργάνωσε για το 2005 – 2006 ο εν λόγω Όμιλος.
Έχει κυκλοφορήσει
Τις ποιητικές συλλογές
«εν κινήσει» (2004),
«γράμματα ιάματα» (2006),
«Του έρωτα και του μύθου» (2009)  και
«Τ’ ουρανού και της θάλασσας» (2015)
Τα μυθιστορήματα
«ΚΟΜΜΕΝΟ ΠΟΤΑΜΙ» (2005),
«Λίγο πριν τα σύννεφα» (2011),
«Αγαπημένη μου αδελφή Αλεξ…», (2013, 2015) και
«Ισαάκ Μιζάν, Αριθμός βραχίονα 182641 (2016, 2018)
Τη συλλογή διηγημάτων «Πηγάδια και πήγασοι – αφηγήματα της δραχμούλας» (2007),
τη συλλογή κειμένων «Άι Κομμένο – της άσβεστης μνήμης» (2007, 2009, 2018)
τη μελέτη «Πάμε μια βόλτα στο θηλέων» (2018)

Παράλληλα συνέβαλε και εξακολουθεί να συμβάλλει καθοριστικά στην προβολή του ολοκαυτώματος του Κομμένου μέσα από ντοκιμαντέρ κεντρικών καναλιών, συνεντεύξεις σε τηλεοπτικούς σταθμούς και ραδιόφωνα, δημοσιεύματα στον τύπο κλπ.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:
Τι σας ώθησε στην συγγραφή;
Δεν μπορώ να πω πως με ώθησε κάτι συγκεκριμένο στη συγγραφή. Μου άρεσε γενικώς να γράφω. Στην αρχή ποίηση. Με ενθουσίαζε η μουσική, ιδίως η rock. Οι στίχοι του Bob Dylan, των Beatles, των Doors κλπ. Μετά ο Καβάφης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Σεφέρης, ο Αναγνωστάκης. Θυμάμαι τον εαυτό μου να διαβάζει, να ακούει μουσική, να γράφει στίχους, ποιήματα και κείμενα ποικίλων ειδών. Με γοήτευε, ωστόσο, η ενασχόληση με τη γραφή. Είναι όμορφο να ονειρεύεσαι, να βάζεις τάξη στα νεφελώματα της σκέψης σου, να τους δίνεις μορφή και να τα μοιράζεσαι με τους άλλους. 

Πώς αντέδρασε το οικογενειακό και φιλικό σας περιβάλλον όταν έμαθαν ότι θα εκδώσετε;
Μπορώ να πω θετικά. Ήμουν ήδη μεγάλος όταν αποφάσισα να… εκδοθώ.  Είχα διανύσει πολύ δρόμο με τα πολιτικά, τα συνδικαλιστικά, τα πολιτιστικά κλπ. Οι δραστηριότητες αυτές μου απορρόφησαν πολύ χρόνο. Ήμουν γνωστός στο περιβάλλον μου ως άνθρωπος της δράσης πιο πολύ παρά του στοχασμού. Αλλά η δράση περιέχει, φυσικά, και στοχασμό. Νομίζω πως ήρθε πολύ φυσιολογικά ο καιρός της έκδοσής μου, καθώς δημοσίευα κείμενα σε διάφορα περιοδικά.

 

Πώς νιώσατε όταν είδατε για πρώτη φορά ένα βιβλίο σας τυπωμένο;
Είναι μια ξεχωριστή έως συναρπαστική  στιγμή της ζωής σου να βλέπεις τον πνευματικό σου μόχθο τυπωμένο σε βιβλίο. Ένιωσα, όπως ήταν αναμενόμενο, μια ιδιαίτερη συγκίνηση, όταν φίλοι μου και συνάδελφοί μου μίλησαν κι έγραψαν για μένα και το πρώτο βιβλίο μου, την ποιητική συλλογή «εν κινήσει». Αλλά το βιβλίο είναι μια σκληρή δοκιμασία. Το δύσκολο δεν είναι να βγει στη δημοσιότητα. Το δύσκολο είναι να φτάσει στα χέρια των συνανθρώπων σου. Το βιβλίο είναι σαν το παιδί. Η σύλληψη και ο τοκετός μπορεί να είναι μια εύκολη διαδικασία. Το πρόβλημα είναι το μετά. Πώς θα βγει στο φως, πώς θα κάνει τα πρώτα του βήματα και πώς θα συνεχίσει μετά την πορεία του.

Μιλήστε μας λίγο για τα βιβλία σας. Είναι αληθινες ιστορίες; Πώς τις εμπνευστήκατε;
Τα τρία από τα τέσσερα μυθιστορήματα που έχω εκδώσει στηρίζονται σε  αληθινές ιστορίες. Τα δύο από αυτά, το «Κομμένο ποτάμι» και το «Αγαπημένη μου αδελφή Αλεξ…», είναι εμπνευσμένα από τη σφαγή του χωριού μου Κομμένου. Θυμίζω πως το μαρτυρικό Κομμένο Άρτας δέχτηκε τα χαράματα της 16ης Αυγούστου 1943 την κτηνώδη επίθεση του γερμανικού στρατού, ο οποίος το μετέτρεψε σε στάχτες και ερείπια. Το πρωινό εκείνο δολοφονήθηκαν 317 κάτοικοί του, μεταξύ των οποίων 36 βρέφη και νήπια έως πέντε χρονών. Το μυθιστόρημα  «Ισαάκ Μιζάν, αριθμός βραχίονα 182641» είναι η αληθινή ιστορία του τελευταίου Εβραίου της Άρτας. Πρόκειται για ένα οδοιπορικό από τον γενέθλιο τόπο στα στρατόπεδα του Άουσβιτς – Μπιρκενάου και Μπέργκεν – Μπέλζεν. Βέβαια η βάση των βιβλίων μου είναι ιστορική, αλλά εμπλέκεται μέσα και το φαντασιακό στοιχείο. Και δε γίνεται αλλιώς.

 

Αν έπρεπε να διαλέξετε τι θα προτιμούσατε ποίηση ή μυθιστόρημα;
Προτιμώ το μυθιστόρημα. Μου παρέχει πολλή ελευθερία και μου αφήνει περιθώρια να χρησιμοποιήσω σε ορισμένα σημεία ποιητικούς τόνους.

Από πού αντλείτε τα θέματα σας;
Αντλώ κυρίως από την ιστορία αλλά και τη σύγχρονη πραγματικότητα. Τα διηγήματά μου στο «Πηγάδια και πήγασοι» έχουν έναν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Μιλούν με έναν εύθυμο και ανάλαφρο τρόπο για τα παιδικά και εφηβικά χρόνια. 

Διαβάζετε; και ποιοι Έλληνες ή ξένοι συγγραφείς σας έχουν επηρεάσει;
Με έχει επηρεάσει βαθιά ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Είναι ένας οικουμενικός και διαχρονικός ποιητής. Με επηρέασαν, φυσικά, και οι κλασικοί μας ποιητές. Είχα την τύχη να διαβάσω αρκετά τους συγγραφείς της γενιάς του ’30. Βενέζης, Τερζάκης, Θεοτοκάς, Μυριβήλης, Σκαρίμπας κλπ.  Αλλά και παλιότερους, όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, ο Βικέλας, ο Ροΐδης, ο Θεοτόκης κλπ. Καθώς και μεταγενέστερους, όπως ο Καζαντζάκης, ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος κλπ. Με έχουν επηρεάσει, επίσης, οι Ρώσοι συγγραφείς. Αλλά το θέμα της ξένης λογοτεχνίας είναι μια διαφορετική ιστορία, που θέλει πολλή συζήτηση.

Πιστεύετε ότι οι Έλληνες διαβάζουν; Κι αν όχι, τι προτείνετε για την εξάπλωση της φιλαναγνωσίας;
Νομίζω πως δε διαβάζουν. Ακόμη και τα βιβλία που αγοράζουν, κι αυτά δεν τα διαβάζουν. Υπάρχει πρόβλημα. Και δε διαβάζουν αυτοί που είναι η δουλειά τους να διαβάζουν: οι δάσκαλοι και οι φιλόλογοι, φέρ’ επείν. Δεν έχω κάποια πρόταση για την εξάπλωση της φιλαναγνωσίας. Πιθανόν να μην υπάρχουν έτοιμες συνταγές. Τα σχολεία μπορούν να παίξουν ένα ρόλο. Αρκεί να είναι ανοιχτά. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Και πιο πολύ μπορούν να παίξουν ρόλο οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί. Εφόσον, βέβαια, αγαπήσουν κι αυτοί το βιβλίο και νιώσουν μέλη της πνευματικής κοινότητας.

Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο;
Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στο τελευταίο στάδιο των διορθώσεων ενός μυθιστορήματος με θέμα τη γερμανική κατοχή, τον εμφύλιο και τη μετεμφυλιακή εποχή. Είναι η αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου που βίωσε όλες αυτές τις τραγικές δοκιμασίες. Υπάρχουν, όμως, στο συρτάρι αρκετά κείμενα που περιμένουν να τυπωθούν σε βιβλία. Διηγήματα, μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές… Είπαμε: εύκολο είναι να γράφεις, δύσκολο είναι να εκδίδεις. 

Τι συμβουλή θα δίνατε  σε έναν νέο συγγραφέα;
Οι νέοι συγγραφείς πρέπει να διαβάζουν. Και να διαβάσουν πρώτα τους κλασικούς συγγραφείς. Ακόμη και τους αρχαίους. Τον Ηρόδοτο, που είναι ένας φανταστικός αφηγητής και ταξιδευτής. Δημοτικό τραγούδι. Σολωμό και Κάλβο, Παλαμά, Καβάφη κλπ. Φοβάμαι πως, σε όλη αυτή τη βιομηχανία των εκδόσεων, οι περισσότεροι που γράφουν, δε διαβάζουν. Σε κάθε περίπτωση υπογραμμίζω τον στίχο του Οδυσσέα Ελύτη: "Εντολή σου, είπε, αυτός ο κόσμος και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι. Διάβασε και προσπάθησε και πολέμησε" είπε "Ο καθείς με τα όπλα του" είπε ".

Πέστε μας δυο λόγια για τον εαυτό σας. Με τι ασχολείστε, πώς είναι η καθημερινότητα σας.
Έχω κλείσει τον κύκλο της εργασίας μου. Εργάστηκα ως φιλόλογος 33 χρόνια. Δαπάνησα και δαπανώ πολύ χρόνο για τα θέματα του πολιτισμού και του ανθρωπισμού. Διαβάζω και γράφω. Ασχολούμαι πολλές ώρες με το βιβλίο. Με στεναχωρούν πολλά πράγματα που βαίνουν στραβά, αλλά δε φταίνε τα πράγματα. Παρουσιάζω συγγραφείς και βιβλία τους, γράφω άρθρα, διορθώνω και επιμελούμαι κείμενα φίλων, πηγαίνω σε σχολεία και συλλόγους και μιλώ για τα βιβλία μου και τα θέματα που διαπραγματεύομαι, κοιμάμαι λίγο. Και, μέσα σ’ όλα αυτά, ψάχνω ευκαιρίες να ταξιδεύω. Γενικώς η καθημερινότητά μου είναι γεμάτη. Και τη γεμίζουν ακόμη περισσότερο, δίνοντάς της μιαν άλλη πνοή, τα δύο παιδιά μου και τα δύο εγγόνια μου: η Μυρσίνη, εφτά χρονών, και ο Δημητράκης, είκοσι δύο μηνών. 

Ευχαριστούμε τον κύριο Δημήτρη Βλαχοπάνο και περιμένουμε να τον φιλοξενήσουμε πάλι στα Βιβλιομαγειρέματα με το νέο του πόνημα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου